Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2014 στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, έλεγε μεταξύ άλλων για τη δουλειά του: «Ποιο είναι, όμως, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία; Όσα μας συμβαίνουν είναι απείρως πιο σημαντικά από όσα γράφουμε – αλλά δεν τα υπολογίζουμε. Όταν γράφω για ένα ζήτημα που με καίει, νομίζω πως θα βγει κάτι καλό -μια μπαλάντα, ας πούμε-αλλά σιγά-σιγά αρχίζω να αρρωσταίνω. Έχω εδώ και πολλά χρόνια την εντύπωση πως γράφω μέσα σε μιαν ομίχλη. Χωρίς να με κυνηγάει κανενός το αίμα, όποτε γράφω, ζω τις νύχτες του Μακμπέθ. Κακά, όμως, τα ψέματα: γράφω γιατί έτσι δίνω παράταση στη ζωή μου».
Ο Μάνος Ελευθερίου γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1938 στην Ερμούπολη της Σύρου, για την οποία έγραψε και απεικόνισε συχνά στα έργα του. Το 1952 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στην Αθήνα και το 1955, γνωρίστηκε με τον Άγγελο Τερζάκη, ο οποίος τον παρότρυνε να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής ως ακροατής στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Έναν χρόνο αργότερα γράφτηκε στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Σταυράκου.
Tο πρώτο ποίημα με τίτλο «H τελική λύση» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Nέα Πορεία» τον Μάρτιο του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Συνοικισμός». Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε σε ποιητικό διαγωνισμό του φοιτητικού περιοδικού «Πανσπουδαστική» με μέλη της κριτικής επιτροπής τους ποιητές Γιάννη Ρίτσο, Νικηφόρο Bρεττάκο, Οδυσσέα Ελύτη και τον κριτικό Ανδρέα Καραντώνη.
Το 1962 και ενώ υπηρετούσε την θητεία του στα Γιάννινα έγραψε τους πρώτους στίχους, ανάμεσα στους οποίους είναι και «Το τρένο φεύγει στις οκτώ», που αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Τον Οκτώβριο του 1963 ξεκίνησε να εργάζεται στο περιοδικό «Reader’s Digest», όπου και παρέμεινε για τα επόμενα δεκαέξι χρόνια. Την διετία 1964-1965 εξέδωσε τις δύο πρώτες συλλογές διηγημάτων του με τίτλους «Το διευθυντήριο» και «Η σφαγή».
Dies Irae
Ίσκιοι του Ονείρου, απόκληροι του Κόσμου, ξεπεσμένοι
Ξαρμάτωτοι διαβαίνουμε μπροσ’ στην ιερή κονίστρα
Γύρω απ’ το κυρτωμένο μας τυλίγοντας κουφάρι
Την ξεφτισμένη μας παλιά ολοπόρφυρη χλαμύδα.
Με σκέψεις μαύρες και με συλλογές πικρές, περνούμε
Κάτω απ’ της άχαρης νυχτιάς το μολυβένιο θόλο,
Κι ένα αστεράκι, αργά και που ξεκόβοντας, μάς στέλλει
Τό φωτεινό περίγελο, ψηλά από τη φωλιά του.
Για μια στιγμή, λες πιάσαμε τ’ αθώο πουλί στα χέρια
Το χρυσοπούλι που άλλοτε μέσ’ την καρδιά εκελάδει,
Κι ενώ θαρρούμε πως σκιρτά στό πουπουλένιο χάδι
Περίλυπη ή ματιά την άδεια φούχταν άντικρύζει.
Έτσι ή μια μέρα πένθιμα ακολουθά την άλλη μέρα
Άπραγη κακορίζικη, δίχως φωτός αχτίδα•
Μακρυά στο σύθαμπο κάποιος λυγμός γροικιέται
Ενώ λες απ’ το θρήνο τον οκνό του πεθαμένου Ονείρου.
Δίχως παλμό, το νεκρικόν ψαλμό οι καρδιές ψελλίζουν
Μπρος ’στων χαμένων ημερών τα λείψανα τα κρύα.
Κι αγκομαχά η φτωχή μέσ’ απ’ τα κούφια σπλάχνα
Που της αδράνειας το πιοτό βαθειά έχει φαρμακώσει.
Ω Νιότη! Νιότη ανέμυαλη, που δεν έχεις αφήσει
Μήτε όσιο, μουδέ ιερό, μέσ’ στ’ άγια των αγίων·
Ω Νιότη, που ξεσκάλισες και σκόρπισες τη στάχτη
Την άγια στάχτη, αστόχαστη, μέσ’ στην οργή του ανέμου.
Νά ’ξαιρες ποιάν ερήμωσι το βέβηλο σου χέρι
Μελλόταν να σκορπίσει αλί, στην άραχλη Οικουμένη
Σε πέλαγα και σέε καρδιές, σε σπλάχνα και σε ξέρες
Νά ’ξαιρες… μα δεν τόξαιρες κι ο νους δεν τό στοχάσθη…
Και τώρα πιές αγόγγυχτα και άναντρα το ποτήρι
Του ξεπεσμού· καί τώρα ιδές τη μαύρη οργή του Χάρου
Μες τη μακάβρια καταχνιά που ολόγυρα σέ ζώνει,
Νά σβύνη εντός σου τ’ άγρυπνο της Αρετής λυχνάρι.
Και τώρα, Νιότη ανέμυαλη του ξεπεσμού θρεφτάρι,
Στην πέτρα πού κυρτή, να ξαποστάσης έχεις γύρει
Σκάψε βαθειά με τα δικά σου νύχια, κι έλα θάψε
Τα ιδανικά πού κάποτε τά Νιάτα εφωτίσαν.
Μ’ αν μέσαθέ σου απόμεινε, κάπου, βαθειά κρυμμένη
Απ’ το παλιό αγιαστήρι, κάποια σπίθα, ω Άγια Νιότη,
Συδαύλισέ την κι άφησε, στην ξαναμμένη φλόγα,
Πυρσός τα σπλάχνα σου να καούν στα χείλη, εδώ, του Τάφου.
Το 1964, πρωτοπαρουσιάστηκε στην ελληνική δισκογραφία με το τραγούδι «Ρημαγμένοι κήποι (Το σπίτι γέμισε με λύπη)» που μελοποίησε ο Χρήστος Λεοντής και ερμήνευσε η Έφη Παναγιώτου. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Δήμο Μούτση («Άγιος Φεβρουάριος») και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, στον δίσκο «Θητεία» («Τα λόγια» και τα χρόνια», «Μαλαματένια λόγια», «Παραπονεμένα λόγια»), του οποίου η ηχογράφηση άρχισε τον Νοέμβριο του 1973, διακόπηκε από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και τελικά κυκλοφόρησε το 1974. Έγραψε στίχους για πάνω από 400 τραγούδια, τα οποία μελοποίησαν συνθέτες, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις («Η μπαλάντα του οδοιπόρου»), ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Σπανός, ο Γιώργος Ζαμπέτας («Μου `δωσες τον ουρανό»), ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Αντώνης Βαρδής και ο Γιώργος Χατζηνάσιος.
Η ψυχή μας, κάποτε
Καθόμουν ήσυχος, φαίνεται, με τα φτερά διπλωμένα, όπως οι τρελλοί
πριν απ’ τον παροξυσμό τους.
Δίπλα μου μια γυναίκα παρίστανε την αθάνατη.
Τό εννοούσα από τους κήπους που σήκωνε στο κεφάλι της
και τα καφενεία ριγμένα στους ώμους.
Ύστερα ήρθε κάποιος ντυμένος τη θάλασσα.
Το πρόσωπό μου χαμένο μέσα σ’ εκείνο που αισθανόταν.
Μού ζήτησε φωτιά. Κάτι ν’ ανάψει. Όχι τσιγάρο, μια μεγάλη φωτιά,
φαντάστηκα.
Κοιτάζοντας τις φλέβες των χεριών του
και η ψυχή μας κάποτε είναι χορτιαριασμένη, σκέφτηκα.
Μεταξύ των μεγάλων επιτυχιών του Μάνου Ελευθερίου περιλαμβάνονται τα τραγούδια: «Το παλληκάρι έχει καημό» (Μίκης Θεοδωράκης), «Κάτω απ’ τη μαρκίζα» (Γιάννης Σπανός), «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι» (Σταύρος Κουγιουμτζής), «Άμλετ της Σελήνης» (Θάνος Μικρούτσικος), «Είναι αρρώστια τα τραγούδια» (Σταύρος Ξαρχάκος), «Έρημοι σταθμοί» (Διονύσης Τσακνής), «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» (Ηλίας Ανδριόπουλος), «Η διαθήκη» (Χρήστος Νικολόπουλος), «Μη χτυπάς σ’ ένα σπίτι κλειστό» (Λουκιανός Κηλαηδόνης) και «Ατέλειωτη εκδρομή» (Θανάσης Γκαϊφύλλιας).
Ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε και εικονογράφησε παραμύθια για παιδιά και επιμελήθηκε την έκδοση λευκωμάτων με θέμα τη Σύρο, όπως τα «Ενθύμιον Σύρας» και το τετράτομο «Θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ο αιώνα, 1901-1921». Τη δεκαετία του 1990 έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές στο δημοτικό ραδιόφωνο της Αθήνας («Αθήνα 9, 84») και στο «Δεύτερο Πρόγραμμα» της ΕΡΤ.
Σαν άνοιξη μέσα σε πόλεμο
Ένα ρολόι χαλασμένο που έζησες πολύν καιρό μαζί του
έχει κάτι απ’ την αναπνοή μιας ετοιμόρροπης γριάς γυναίκας
μιας εποχής σαν την καρφίτσα που προχωρεί μέσα στο δέρμα
κι ύστερα τρέχει στα νεύρα καί τα κόκαλα
μες στις αράχνες των ιστών, στην πύλη του ήπατος —
ώσπου στό τέλος φτάνει και μες στο λάκκο της σφαγής
στους δρόμους κίνηση, πυροτεχνήματα, καφενεία υπαίθρια
μ’ εμφιαλωμένα νερά και σόδες και ταχυδακτυλουργούς
όλα θυμίζουν Άνοιξη μέσα σέ πόλεμο ή λίγο πριν απ’ την επιδρομή
κάποιας μεγάλης επιδημίας του Μεσαίωνα.
Κι αυτός ο χρόνος παλαιός απών.
Θα σ’ επισκέπτεται μόνο κάθε ξημέρωμα σαν τις προλήψεις ενός άτυχου
χαρτοπαίκτη
για νά σ’ αφήσει προς το βράδυ λες και πως παίζει σε μια παράσταση
ή κυνηγάει την τύχη του με τις προβλέψεις μιας μάγισσας
ή μ’ ένα πάθος που έχουν οι ερασιτέχνες αναγνώστες
να βρουν μια πρόταση για να δικαιωθούνε.
Αυτός ο χρόνος θα σ’ εξαντλεί, θα σέ γεμίζει σαν μπαταρία —
η ώρα εφτά το πρωί σού δίνει για λίγο τον ύπνο.
Μετά ξαναδιαβάζεις τους Αρχαίους.
Σήμερα κιόλας το ρολόι θα πάει στο μάστορα.
Το 1994 εξέδωσε την πρώτη του νουβέλα με τίτλο «Το άγγιγμα του χρόνου» και το 2004 δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ο καιρός των χρυσανθέμων», που σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία και το 2005 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Το 2013 βραβεύτηκε για τη συνολική προσφορά του στα γράμματα από την Ακαδημία Αθηνών.
Διετέλεσε διευθυντής σύνταξης του φιλοσοφικού περιοδικού «Δευκαλίων» και για μεγάλο διάστημα υπεύθυνος και επιμελητής εκδόσεων του εκδοτικού οίκου «Γνώση». Ήταν μέλος της Eταιρείας Συγγραφέων.
Ο Μάνος Ελευθερίου απεβίωσε στις 22 Ιουλίου 2018, σε ηλικία 80 ετών, από ανακοπή καρδιάς.