theme-sticky-logo-alt
6 Οκτωβρίου, 2026
36 Views

ΓΙΏΡΓΟΣ ΛΆΝΘΙΜΟΣ: EΜΑΘΕ ΣΤΟΝ ΚOΣΜΟ ΝΑ ΓΕΛAΕΙ AΒΟΛΑ

Από το Παγκράτι και τα βίντεο χορού στον Χρυσό Λέοντα και τα Όσκαρ: ένα εκτενές αφιέρωμα στον Γιώργο Λάνθιμο, το σινεμά του, τους συνεργάτες του και την παύση που διάλεξε.

Γιώργος Λάνθιμος: ο σκηνοθέτης που έμαθε στον κόσμο να γελάει άβολα

Μια παύση που μοιάζει με σκηνή από ταινία του

Τον Σεπτέμβριο του 2026 ο Γιώργος Λάνθιμος έκλεισε τα 53 του χρόνια χωρίς να βρίσκεται σε κάποιο πλατό. Για έναν δημιουργό που μέσα σε τρία χρόνια παρέδωσε τρεις μεγάλου μήκους ταινίες —το «Poor Things», το «Kinds of Kindness» και τη «Βουγονία»— η εικόνα αυτή έχει κάτι σχεδόν παράδοξο. Ήδη από το φθινόπωρο του 2025, λίγο πριν βγει στις αίθουσες η «Βουγονία», είχε πει δημόσια ότι χρειάζεται διάλειμμα μετά από έναν ρυθμό δουλειάς που δεν ήταν πια βιώσιμος. Τον Ιούνιο του 2026 πήγε ένα βήμα παραπέρα: παραδέχτηκε ότι δεν ξέρει με βεβαιότητα πότε, ή αν, θα ξαναγυρίσει ταινία, και ότι θέλει πρώτα να ξαναβρεί τη χαρά της δουλειάς αντί να πιέζει τον εαυτό του.

Στο μεταξύ, ο Λάνθιμος δεν εξαφανίστηκε. Φωτογραφίζει, σκηνοθετεί μικρές ταινίες για μεγάλες εταιρείες, και φέτος επέστρεψε στις Νύχτες Πρεμιέρας —το φεστιβάλ που πέρσι είχε ανοίξει με τη «Βουγονία»— όχι ως σκηνοθέτης αλλά ως θεατής που προτείνει. Στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας (30 Σεπτεμβρίου – 11 Οκτωβρίου 2026) του δόθηκε «λευκή κάρτα»: διάλεξε μια σειρά ταινιών που φωτίζουν την κινηματογραφική του παιδεία, από το τσέχικο Νέο Κύμα του Φόρμαν («Φωτιά, πυροσβέστες») μέχρι το «Wanda» της Μπάρμπαρα Λόντεν, το «Mikey and Nicky» της Ιλέιν Μέι, το «Wendy & Lucy» της Κέλι Ράιχαρτ, το «Welcome to the Dollhouse» του Τοντ Σόλοντζ, το «Ο άγνωστος της λίμνης» του Αλέν Γκιροντί, το ντοκιμαντέρ «American Movie» και την αυτοβιογραφική τριλογία του Σκωτσέζου Μπιλ Ντάγκλας.

Η λίστα αυτή είναι από μόνη της ένα αυτοπορτρέτο. Δεν περιέχει ούτε έναν «μεγάλο» σκηνοθέτη του κανόνα με τη συνηθισμένη έννοια. Περιέχει ταινίες για ανθρώπους στο περιθώριο, για αμήχανες σχέσεις, για τελετουργίες που καταρρέουν, για τη μοναξιά που κοιτάζεται κατάματα χωρίς συναισθηματισμό. Είναι, με άλλα λόγια, τα υλικά από τα οποία φτιάχτηκε ο κόσμος του Λάνθιμου. Με αφορμή αυτή τη στιγμή της παύσης, το SEVEN ARTS ξαναδιαβάζει τη διαδρομή του: από τα γήπεδα μπάσκετ του Παγκρατίου μέχρι τον Χρυσό Λέοντα και τις έξι προσωπικές υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Παγκράτι, μπάσκετ και μια μητέρα

Ο Γιώργος Λάνθιμος γεννήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973 στο Παγκράτι. Ο πατέρας του, ο Αντώνης Λάνθιμος, ήταν μπασκετμπολίστας του Παγκρατίου και διεθνής με την Εθνική Ελλάδας, και αργότερα προπονητής μπάσκετ στη Σχολή Μωραΐτη. Ο ίδιος όμως μεγάλωσε κυρίως με τη μητέρα του, την Ειρήνη, που είχε δικό της κατάστημα. Τελείωσε τη Σχολή Μωραΐτη, σπούδασε για λίγο διοίκηση επιχειρήσεων και, όπως ο πατέρας του, έπαιξε μπάσκετ στο Παγκράτι πριν το εγκαταλείψει.

Τα βιογραφικά στοιχεία συχνά διαβάζονται εκ των υστέρων σαν προφητείες. Στην περίπτωση του Λάνθιμου όμως είναι δύσκολο να μη σκεφτεί κανείς ότι η εμπειρία του αθλητισμού —οι κανόνες, η πειθαρχία, οι ρόλοι μέσα σε μια ομάδα, το σώμα που εκπαιδεύεται να κάνει συγκεκριμένες κινήσεις— διαπερνά τις ταινίες του. Οι ήρωές του ζουν συνήθως μέσα σε αυστηρά συστήματα κανόνων, που άλλοτε τα έχει επιβάλει ένας πατέρας («Κυνόδοντας»), άλλοτε μια μυστική οργάνωση («Άλπεις»), άλλοτε ένα ολόκληρο κράτος («Ο Αστακός»). Και κινούνται με μια ακρίβεια σχεδόν αθλητική, που την κοινωνία τη βρίσκει αστεία και ταυτόχρονα τρομακτική.

Ο Λάνθιμος σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στη Σχολή Σταυράκου. Στη δεκαετία του 1990 γύρισε βίντεο για ελληνικές ομάδες χοροθεάτρου, ενώ από το 1995 σκηνοθετούσε διαφημίσεις, μικρές ταινίες, πειραματικές θεατρικές παραστάσεις και βιντεοκλίπ. Στη λίστα των κλιπ του βρίσκει κανείς ονόματα που ξαφνιάζουν όσους τον γνώρισαν από τον «Κυνόδοντα»: τη Δέσποινα Βανδή με τις «Δέκα Εντολές» (1998) και κυρίως τον Σάκη Ρουβά, για τον οποίο υπέγραψε πολλά βίντεο στα τέλη της δεκαετίας, ενώ φωτογράφισε και τα εξώφυλλα δύο δίσκων του. Η εμπορική εικόνα, η ποπ αισθητική και η αυστηρή φόρμα της διαφήμισης ήταν το πρώτο του σχολείο.

Το 2004 ήταν μέλος της δημιουργικής ομάδας του Δημήτρη Παπαϊωάννου που σχεδίασε τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Εκεί έμαθε να δουλεύει με μεγάλες κλίμακες, με σώματα σε χορογραφία, με εικόνες που πρέπει να διαβαστούν από εκατομμύρια ανθρώπους ταυτόχρονα. Είναι μια εμπειρία που σπάνια αναφέρεται στα ξένα πορτρέτα του, αλλά εξηγεί πολλά για τη σιγουριά με την οποία χειρίστηκε αργότερα τα μεγάλα σκηνικά του «Poor Things».

Η ταινία που αποκήρυξε και η ταινία που τον βρήκε

Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία είναι μια μάλλον ξεχασμένη λεπτομέρεια: η εμπορική κωμωδία «Ο καλύτερός μου φίλος» (2001), που συνυπέγραψε με τον Λάκη Λαζόπουλο. Ο ίδιος έχει πει ότι δεν είχε σχεδόν κανέναν δημιουργικό έλεγχο και ότι την ταινία τη θεωρεί έργο του Λαζόπουλου. Τη χρονιά εκείνη πάντως γύρισε και τη μικρού μήκους «Uranisco Disco», ενώ στο θέατρο ανέβασε σε μικρές σκηνές έργα όπως το «Δ.Δ.Δ.» και τον «Κυανοπώγωνα».

Το πραγματικό του ξεκίνημα ήταν η «Κινέττα» (2005), μια ψυχρή, σχεδόν ανεξήγητη ταινία για τρεις ανώνυμους ανθρώπους που σε ένα έρημο θέρετρο εκτός σεζόν αναπαριστούν ξανά και ξανά βίαιες σκηνές ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, κινηματογραφώντας και φωτογραφίζοντάς τες. Η ταινία προβλήθηκε στο Τορόντο και στο Βερολίνο, και οι κριτικές ήταν μοιρασμένες: κάποιοι μίλησαν για ναρκισσιστικό μινιμαλισμό, άλλοι για μια ταινία που ανταμείβει τον υπομονετικό θεατή. Ήταν όμως εκεί όλα τα συστατικά: τα άδεια ελληνικά τοπία, οι άνθρωποι που μιλούν σαν να διαβάζουν οδηγίες χρήσης, η αναπαράσταση ως τρόπος να ελέγξεις μια πραγματικότητα που σου ξεφεύγει.

Το 2008 ανέβασε στο θέατρο το «Natura morta in un fosso» του Φάουστο Παραβιντίνο, και τον επόμενο χρόνο ήρθε η ταινία που άλλαξε τα πάντα.

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ — «Κυνόδοντας» (2009)

Ένα ζευγάρι μεγαλώνει τα τρία ενήλικα πλέον παιδιά του κλεισμένα σε μια βίλα με πισίνα, χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο. Οι γονείς ξαναγράφουν το λεξιλόγιο, εφευρίσκουν κανόνες, ανταμοιβές και τιμωρίες, και πείθουν τα παιδιά ότι θα είναι έτοιμα να φύγουν όταν τους πέσει ο κυνόδοντας. Η ταινία κέρδισε το Βραβείο του τμήματος «Ένα Κάποιο Βλέμμα» στις Κάννες το 2009 και έγινε η πρώτη ελληνική υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας μετά από δεκαετίες, στην 83η τελετή. Ο Ρότζερ Ίμπερτ επαίνεσε τον έλεγχο του σκηνοθέτη πάνω στην εικόνα και τις ερμηνείες. Η Αγγελική Παπούλια, η Μαίρη Τσώνη, ο Χρήστος Πασσαλής, ο Χρήστος Στέργιογλου και η Μισέλ Βάλεϊ έδωσαν πρόσωπο σε μια οικογένεια που έμοιαζε με αλληγορία για κάθε κλειστό σύστημα εξουσίας.

Το «παράξενο κύμα» και η Ελλάδα της κρίσης

Ο «Κυνόδοντας» ήρθε σε μια στιγμή που η Ελλάδα έμπαινε στην πιο βαθιά κρίση της μεταπολιτευτικής της ιστορίας. Η διεθνής κριτική, ψάχνοντας ένα όνομα για τις ελληνικές ταινίες που εμφανίστηκαν τότε σε φεστιβάλ —το «Attenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, το «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα, αργότερα το «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά— μίλησε για το Greek Weird Wave, το «ελληνικό παράξενο κύμα». Ο όρος ήταν αρκετά αόριστος για να χωρέσει πολύ διαφορετικούς δημιουργούς, αλλά είχε μια ουσία: ήταν ταινίες φτιαγμένες με ελάχιστα χρήματα, από μια γενιά που δεν πίστευε πια στις μεγάλες αφηγήσεις και κοίταζε την οικογένεια, την πατρίδα και τη γλώσσα σαν συστήματα κατασκευασμένα και επομένως ευάλωτα.

Ο Λάνθιμος δεν έγινε ποτέ θεωρητικός αυτού του κύματος. Συμμετείχε όμως ενεργά στη μικρή κοινότητα που το έφτιαξε: το 2010 έπαιξε και συμπαρήγαγε το «Attenberg» της Τσαγγάρη, και στα γυρίσματά του γνώρισε τη γαλλοελληνίδα ηθοποιό Αριάν Λαμπέντ, με την οποία παντρεύτηκε το 2013. Η Λαμπέντ, που αργότερα έγινε και η ίδια σκηνοθέτις, εμφανίστηκε στις «Άλπεις» και στον «Αστακό».

Οι «Άλπεις» (2011) ήταν η τελευταία ελληνόφωνη ταινία του μέχρι σήμερα. Μια ομάδα ανθρώπων —μια νοσηλεύτρια, ένας τραυματιοφορέας, μια αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής και ο προπονητής της— προσφέρει μια παράξενη υπηρεσία: αντικαθιστά πρόσφατα νεκρούς για λογαριασμό των συγγενών τους, παίζοντας τον ρόλο τους μέσα στο σπίτι. Η ταινία κέρδισε το βραβείο σεναρίου στο 68ο Φεστιβάλ Βενετίας. Ο Α. Ο. Σκοτ των New York Times έγραψε ότι υπονομεύει συστηματικά την αίσθησή μας για το τι είναι φυσιολογικό στις ανθρώπινες σχέσεις. Την ίδια χρονιά ο Λάνθιμος σκηνοθέτησε τον «Πλατόνοφ» του Τσέχοφ στο Εθνικό Θέατρο.

Ο συνεργάτης: Ευθύμης Φιλίππου

Δεν μπορεί να γραφτεί αφιέρωμα στον Λάνθιμο χωρίς ένα κεφάλαιο για τον Ευθύμη Φιλίππου. Ο Αθηναίος σεναριογράφος, που ξεκίνησε από τη διαφήμιση και τη συγγραφή μικρών, παράδοξων πεζών, συνυπογράφει τα σενάρια του «Κυνόδοντα», των «Άλπεων», του «Αστακού», του «Θανάτου του ιερού ελαφιού» και του «Kinds of Kindness». Η φωνή των ταινιών αυτών —οι διάλογοι που μοιάζουν με εγχειρίδιο, οι ήρωες που περιγράφουν τα συναισθήματά τους με λογιστική ακρίβεια, το χιούμορ που προκύπτει από την πλήρη έλλειψη ειρωνείας— είναι σε μεγάλο βαθμό καρπός αυτής της συνεργασίας.

Η σύμπραξη έφερε δύο από τις σημαντικότερες διακρίσεις της διαδρομής: την υποψηφιότητα για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου για τον «Αστακό» και το βραβείο σεναρίου στις Κάννες για το «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού». Όταν ο Λάνθιμος έκανε το άλμα προς τις μεγάλες παραγωγές με σενάρια άλλων —του Τόνι ΜακΝαμάρα στην «Ευνοούμενη» και στο «Poor Things», του Γουίλ Τρέισι στη «Βουγονία»— πολλοί αναρωτήθηκαν αν θα χανόταν κάτι από αυτή την ιδιαίτερη φωνή. Η απάντηση ήρθε με το «Kinds of Kindness» (2024), όπου ο Λάνθιμος και ο Φιλίππου ξαναβρέθηκαν σε ένα τρίπτυχο που έμοιαζε σκόπιμα με επιστροφή στις ρίζες.

Λονδίνο: η αγγλόφωνη μετάβαση

Από το 2011 ο Λάνθιμος και η Λαμπέντ εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο, όπου έμειναν ως το 2021, πριν επιστρέψουν στην Αθήνα, η οποία είναι πλέον η κύρια βάση τους. Η μετακόμιση δεν ήταν απλώς προσωπική επιλογή. Ήταν και η παραδοχή ότι στην Ελλάδα της κρίσης δεν υπήρχαν πια τα μέσα για να γυριστούν οι ταινίες που ήθελε να κάνει.

Το σενάριο του «Αστακού» κέρδισε το 2013 το βραβείο ARTE για το καλύτερο σχέδιο του CineMart στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ. Τη χρονιά εκείνη γύρισε και τη μικρού μήκους «Necktie». Η ταινία που ακολούθησε ήταν η πρώτη του στα αγγλικά και η πρώτη με διεθνείς σταρ.

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ — «Ο Αστακός» (2015)

Σε ένα δυστοπικό μέλλον, οι μοναχικοί άνθρωποι στέλνονται σε ένα ξενοδοχείο όπου έχουν σαράντα πέντε ημέρες για να βρουν σύντροφο· αλλιώς μετατρέπονται σε ζώο της επιλογής τους. Ο ήρωας του Κόλιν Φάρελ διαλέγει τον αστακό. Με τη Ρέιτσελ Βάις, τον Τζον Σι Ράιλι, τη Λέα Σεϊντού, την Ολίβια Κόλμαν και την Αγγελική Παπούλια, η ταινία διαγωνίστηκε για τον Χρυσό Φοίνικα και κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες του 2015. Πήρε υποψηφιότητα για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου και το Ευρωπαϊκό Βραβείο Σεναρίου. Ήταν η πρώτη φορά που το παράλογο σύμπαν του Λάνθιμου μίλησε σε ένα ευρύ, διεθνές κοινό χωρίς να χάσει τίποτα από την ιδιορρυθμία του.

Το 2016 σκηνοθέτησε μια μικρή βιντεοσκηνή για το τραγούδι «Identikit» των Radiohead, και το 2017 έφτασε στις Κάννες με την πιο σκοτεινή του ταινία. «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού», με τον Κόλιν Φάρελ, τη Νικόλ Κίντμαν και τον νεαρό τότε Μπάρι Κίογκαν, πάτησε πάνω στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη για να αφηγηθεί την ιστορία ενός χειρουργού που καλείται να θυσιάσει ένα μέλος της οικογένειάς του. Ο Μαρκ Κέρμοντ τη συνέκρινε με τα βασανιστικά παιχνίδια του Χάνεκε. Ο Λάνθιμος δεν είχε κρύψει ποτέ τη σχέση του με το αρχαίο δράμα, όμως εδώ η τραγωδία δεν ήταν απλώς αναφορά: ήταν η ίδια η μηχανή της πλοκής.

Η μέθοδος: φακοί, σώματα και ηθοποιοί χωρίς ψυχολογία

Τι κάνει μια ταινία «λανθιμική»; Οι κριτικοί έχουν απαριθμήσει τα στοιχεία πολλές φορές: τα πλάνα με ευρυγώνιους φακούς ή «μάτι ψαριού» που παραμορφώνουν τον χώρο, τις κάμερες που παρακολουθούν από απόσταση σαν εντομολόγοι, τις απότομες εκρήξεις βίας μέσα σε μια επίπεδη καθημερινότητα, τη μουσική που ακούγεται σαν λάθος. Πάνω απ’ όλα όμως, το παίξιμο.

Ο Λάνθιμος είναι γνωστός ότι δεν συζητά ψυχολογία με τους ηθοποιούς του. Στις πρόβες προτιμά τα παιχνίδια, τις σωματικές ασκήσεις, τις φράσεις που επαναλαμβάνονται μηχανικά μέχρι να χάσουν το νόημά τους. Το αποτέλεσμα είναι μια ερμηνευτική γραμμή «ανέκφραστη», όπως λέγεται συχνά, που όμως δεν είναι κενή: οι ηθοποιοί του μοιάζουν με ανθρώπους που έχουν μάθει τους κανόνες της ανθρώπινης συμπεριφοράς από βιβλίο και προσπαθούν να τους εφαρμόσουν σωστά. Γι’ αυτό και γελάμε μαζί τους, άβολα. Αναγνωρίζουμε κάτι από τον δικό μας τρόπο να παριστάνουμε ότι ξέρουμε τι κάνουμε.

Αυτή η μέθοδος έχει χαρίσει στους ηθοποιούς του μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας τους. Η Ολίβια Κόλμαν κέρδισε Όσκαρ για την «Ευνοούμενη». Η Έμα Στόουν κέρδισε το δεύτερο Όσκαρ της για το «Poor Things» και ήταν ξανά υποψήφια για τη «Βουγονία». Ο Τζέσι Πλέμονς κέρδισε το βραβείο ανδρικής ερμηνείας στις Κάννες για το «Kinds of Kindness». Η Ρέιτσελ Βάις και η Στόουν ήταν υποψήφιες για β΄ ρόλο στην «Ευνοούμενη», ο Μαρκ Ράφαλο για το «Poor Things».

Η ομάδα πίσω από την κάμερα

Όπως όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, ο Λάνθιμος δουλεύει με μια σταθερή ομάδα. Ο Γιώργος Μαυροψαρίδης, μοντέρ του από τα πρώτα χρόνια, ήταν υποψήφιος για Όσκαρ μοντάζ για την «Ευνοούμενη» και το «Poor Things» και για Ευρωπαϊκό Βραβείο για τη «Βουγονία». Ο Θύμιος Μπακατάκης φωτογράφισε τον «Κυνόδοντα», τον «Αστακό» και τον «Θάνατο του ιερού ελαφιού», ενώ ο Ιρλανδός Ρόμπι Ράιαν ανέλαβε την εικόνα της «Ευνοούμενης», του «Poor Things» και του «Kinds of Kindness». Ο Βρετανός μουσικός Τζέρσκιν Φέντριξ έγραψε τις παρτιτούρες για το «Poor Things» και τη «Βουγονία», και ο Λάνθιμος σκηνοθέτησε το 2025 το κλιπ του «Beth’s Farm» με την Έμα Στόουν. Οι σκηνογράφοι Τζέιμς Πράις και Σόνα Χιθ και η ενδυματολόγος Χόλι Γουάντινγκτον κέρδισαν Όσκαρ για το «Poor Things», ενώ ο γραφίστας Βασίλης Μαρματάκης σχεδιάζει εδώ και χρόνια τις αφίσες του με χειροποίητες τεχνικές που ξεχωρίζουν σε κάθε βιτρίνα κινηματογράφου.

Η ομάδα αυτή εξηγεί κάτι σημαντικό για τη διαδρομή του: ο Λάνθιμος δεν «αφομοιώθηκε» από το σύστημα όταν πέρασε στις μεγάλες παραγωγές. Μετέφερε μαζί του έναν τρόπο δουλειάς που είχε μάθει στην Αθήνα με ελάχιστα μέσα και τον επέβαλε σε παραγωγές με προϋπολογισμούς δεκάδων εκατομμυρίων.

Η μεγάλη στροφή: η «Ευνοούμενη»

Το 2018 ήρθε μια ταινία που κανείς δεν περίμενε από αυτόν: μια ιστορική κωμωδία εποχής, γυρισμένη σε αγγλικά ανάκτορα, για τη βασίλισσα Άννα της Μεγάλης Βρετανίας και τις δύο γυναίκες που διεκδικούν την εύνοιά της. Το σενάριο δεν ήταν δικό του —το είχαν γράψει η Ντέμπορα Ντέιβις και ο Τόνι ΜακΝαμάρα— όμως η ταινία ήταν από την πρώτη ως την τελευταία σκηνή λανθιμική.

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ — «Η Ευνοούμενη» (2018)

Η Ολίβια Κόλμαν ως άρρωστη, ευάλωτη και τυραννική βασίλισσα Άννα, η Ρέιτσελ Βάις ως η σκληρή έμπιστη Σάρα Τσόρτσιλ και η Έμα Στόουν ως η φιλόδοξη Άμπιγκεϊλ. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο 75ο Φεστιβάλ Βενετίας, όπου κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής (Αργυρό Λέοντα) και η Κόλμαν το Κύπελλο Βόλπι. Στα Όσκαρ ισοβάθμησε με το «Ρόμα» του Κουαρόν στις περισσότερες υποψηφιότητες, δέκα, ανάμεσά τους Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας. Η Κόλμαν κέρδισε το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Η ταινία κέρδισε επίσης το BAFTA Καλύτερης Βρετανικής Ταινίας και σάρωσε τα Ευρωπαϊκά Βραβεία, με Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία και Κωμωδία. Ήταν η πρώτη συνεργασία με την Έμα Στόουν, η αρχή μιας από τις πιο γόνιμες σχέσεις σκηνοθέτη και ηθοποιού του 21ου αιώνα.

Η «Ευνοούμενη» απέδειξε κάτι που λίγοι πίστευαν: ότι ο Λάνθιμος μπορούσε να μιλήσει για την εξουσία, τον έρωτα και την εξάρτηση χωρίς τις δυστοπικές μεταφορές του, μέσα σε ένα «ρεαλιστικό» ιστορικό πλαίσιο, και να παραμείνει αναγνωρίσιμος. Ο Α. Ο. Σκοτ περιέγραψε την κάμερά του να γλιστράει στους διαδρόμους των ανακτόρων σαν να χορογραφεί μια τελετή ευπρέπειας και βίας. Η ταινία έγινε και η πιο επιτυχημένη εμπορικά μέχρι τότε στη φιλμογραφία του.

Έμα Στόουν: μια δημιουργική συμμαχία

Από την «Ευνοούμενη» και μετά, η Έμα Στόουν έγινε το πρόσωπο του σινεμά του Λάνθιμου. Μετά την ταινία μεγάλου μήκους ήρθε η «Βληχή» (2022), μια ασπρόμαυρη, βουβή ταινία μικρού μήκους γυρισμένη σε φιλμ 16 χιλιοστών στην Τήνο, με τη Στόουν και τον Νταμιέν Μπονάρ. Παραγγελία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του ιδρύματος NEON, η ταινία σχεδιάστηκε για να προβάλλεται μόνο με ζωντανή ορχήστρα και χορωδία. Έχει παρουσιαστεί μόνο δύο φορές: στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος στην Αθήνα το 2022 και στο Φεστιβάλ Νέας Υόρκης το 2023. Είναι ίσως το πιο προσωπικό του έργο: μια ιστορία πένθους, μοναξιάς και επιθυμίας στο κυκλαδικό τοπίο, ένα σπάνιο σημείο όπου ο σκηνοθέτης που αποκαλείται ψυχρός αποκαλύπτει μια βαθιά μελαγχολική πλευρά.

Ακολούθησαν το «Poor Things», το «Kinds of Kindness» και η «Βουγονία». Το 2025 η Στόουν πρωταγωνίστησε στο κλιπ του «Beth’s Farm», και τον Ιανουάριο του 2026 ο Λάνθιμος τη σκηνοθέτησε σε μια διαφήμιση για τον τελικό του Super Bowl. Η Στόουν συμμετέχει πλέον και στην παραγωγή των ταινιών του μέσω της εταιρείας της, Fruit Tree. Σε συνεντεύξεις έχουν περιγράψει μια σχέση στην οποία ο καθένας σπρώχνει τον άλλον πέρα από τα όρια που θα έθετε μόνος του.

Ο Χρυσός Λέοντας

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ — «Poor Things» (2023)

Μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος του Σκωτσέζου Άλασνταϊρ Γκρέι, σε σενάριο του Τόνι ΜακΝαμάρα. Η Μπέλα Μπάξτερ, μια νεαρή γυναίκα που επαναφέρεται στη ζωή από έναν εκκεντρικό επιστήμονα (Γουίλεμ Νταφόε) με τον εγκέφαλο του αγέννητου παιδιού της, ανακαλύπτει τον κόσμο, το σεξ, τη φιλοσοφία και την ελευθερία σε ένα φανταστικό ταξίδι από το Λονδίνο στη Λισαβόνα, την Αλεξάνδρεια και το Παρίσι. Η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο 80ό Φεστιβάλ Βενετίας, τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας Μιούζικαλ ή Κωμωδίας, και πήρε ένδεκα υποψηφιότητες για Όσκαρ, κερδίζοντας τέσσερα: Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Έμα Στόουν, Σκηνογραφίας, Κοστουμιών και Μακιγιάζ-Κομμώσεων. Είναι η ταινία που έκανε τον Λάνθιμο όνομα γνωστό πολύ πέρα από τους σινεφίλ.

Το «Poor Things» ήταν το αντίθετο από ό,τι περίμενε κανείς από τον σκηνοθέτη του «Κυνόδοντα». Εκεί, μια οικογένεια κλείνει τα παιδιά της για να τα «προστατέψει» από τον κόσμο. Εδώ, μια γυναίκα δραπετεύει από τον δημιουργό της και πετάει στον κόσμο με αχόρταγη περιέργεια. Αν ο «Κυνόδοντας» ήταν ταινία για την καταπίεση, το «Poor Things» ήταν ταινία για την απελευθέρωση, γυρισμένη με μια σχεδόν παιδική χαρά για τα σκηνικά, τα χρώματα και τα κοστούμια. Η ταινία δέχτηκε και κριτική, κυρίως για το αν η σεξουαλική αφύπνιση της ηρωίδας κινηματογραφείται από ένα αντρικό βλέμμα. Η συζήτηση αυτή όμως μάλλον επιβεβαίωσε τη σημασία της, παρά την υπονόμευσε.

Ο ίδιος κατέγραψε τα γυρίσματα με τη δική του φωτογραφική μηχανή, και το 2024 κυκλοφόρησε την πρώτη του φωτογραφική μονογραφία, με τον ειρωνικό τίτλο «Dear God, the Parthenon is still broken», από τις εκδόσεις Void. Η φωτογραφία, που είχε εξασκήσει από τα χρόνια των εξωφύλλων, έγινε από τότε όλο και πιο κεντρική στην πρακτική του.

Τρεις ταινίες, τρία χρόνια

Πριν καν σβήσουν τα φώτα των Όσκαρ του 2024, ο Λάνθιμος είχε έτοιμη την επόμενη ταινία. Το «Kinds of Kindness», με αρχικό τίτλο «AND», γυρίστηκε στη Νέα Ορλεάνη και έκανε πρεμιέρα στο 77ο Φεστιβάλ Καννών τον Μάιο του 2024. Ήταν ένα τρίπτυχο: τρεις ξεχωριστές ιστορίες, με τους ίδιους ηθοποιούς —Έμα Στόουν, Τζέσι Πλέμονς, Γουίλεμ Νταφόε, Μάργκαρετ Κουόλι, Χονγκ Τσάου, Τζο Άλγουιν, Χάντερ Σέιφερ— να παίζουν διαφορετικούς ρόλους σε καθεμία. Η κριτική τη χαρακτήρισε επιστροφή στον «σκληρό» Λάνθιμο των πρώτων χρόνων. Ο Μπίλγκε Εμπίρι του Vulture έγραψε ότι ο «άρρωστος» Λάνθιμος επέστρεψε. Δεν ήταν ταινία για όλους, ούτε ήθελε να είναι.

Μία μέρα μετά την πρεμιέρα στις Κάννες ανακοινώθηκε η επόμενη: η «Βουγονία».

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΟ — «Βουγονία» (2025)

Αγγλόφωνη διασκευή της νοτιοκορεατικής καλτ κωμωδίας επιστημονικής φαντασίας «Save the Green Planet!» (2003) του Τζανγκ Τζουν-χουάν, σε σενάριο του Γουίλ Τρέισι. Δύο ξαδέρφια συνωμοσιολόγοι (Τζέσι Πλέμονς και Έιντεν Ντέλμπις) απαγάγουν μια ισχυρή διευθύνουσα σύμβουλο (Έμα Στόουν), πεπεισμένοι ότι είναι εξωγήινη που απειλεί τη Γη. Στο καστ και ο Έλληνας κωμικός Σταύρος Χαλκιάς. Ο τίτλος παραπέμπει στην αρχαία πεποίθηση, γνωστή από τα «Γεωργικά» του Βιργιλίου, ότι οι μέλισσες γεννιούνται από το κουφάρι ενός βοδιού: ζωή μέσα από τη σήψη. Η ταινία διαγωνίστηκε στο 82ο Φεστιβάλ Βενετίας, άνοιξε τις 31ες Νύχτες Πρεμιέρας στην Αθήνα και πήρε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ, ανάμεσά τους Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου, καθώς και υποψηφιότητες για BAFTA και Ευρωπαϊκό Βραβείο Σκηνοθεσίας.

Η «Βουγονία» ήταν ίσως η πιο πολιτική του ταινία. Σε μια εποχή κατακερματισμένης αλήθειας, όπου οι θεωρίες συνωμοσίας κυκλοφορούν ως εναλλακτικές πραγματικότητες, ο Λάνθιμος έφτιαξε μια ιστορία στην οποία ο θεατής δεν ξέρει με ποιον να ταυτιστεί: με τον παρανοϊκό που ίσως έχει δίκιο, ή με την εκπρόσωπο της εταιρικής εξουσίας που ίσως είναι κάτι πολύ χειρότερο από όσο νομίζουμε. Στο φεστιβάλ της Βενετίας, στη συνέντευξη Τύπου και στην πρεμιέρα, ο σκηνοθέτης φόρεσε μια καρφίτσα με τη σημαία της Παλαιστίνης. Τον ίδιο μήνα υπέγραψε, μαζί με τη Στόουν, τη δέσμευση της πρωτοβουλίας Film Workers for Palestine. Ήταν σπάνιες δημόσιες τοποθετήσεις για έναν άνθρωπο που κατά κανόνα αφήνει τις ταινίες του να μιλούν.

Η σχέση με την Αθήνα

Παρά τη διεθνή του πορεία, ο Λάνθιμος δεν έκοψε ποτέ τη σχέση του με την Ελλάδα. Η «Βληχή» γυρίστηκε στην Τήνο και παρουσιάστηκε πρώτα στην Αθήνα. Η φωτογραφική του μονογραφία φέρει τον Παρθενώνα στον τίτλο της. Το 2023 μπήκε, μαζί με τον Κώστα Γαβρά, στην εκστρατεία για τη σωτηρία των ιστορικών κινηματογράφων της Αθήνας από την κατεδάφιση, καλώντας όσους έχουν πραγματική εξουσία να κάνουν ό,τι χρειάζεται. Η επιστροφή του στην Αθήνα το 2021 ως μόνιμου κατοίκου και η φετινή λευκή κάρτα στις Νύχτες Πρεμιέρας δείχνουν έναν δημιουργό που, αντί να «εξαργυρώσει» τη διεθνή αναγνώριση μακριά από τη χώρα του, θέλει να ανήκει στην κινηματογραφική της ζωή.

Ταυτόχρονα, η σχέση του με την ελληνική κινηματογραφική βιομηχανία παραμένει περίπλοκη. Ο Λάνθιμος έχει μιλήσει αρκετές φορές για τη δυσκολία να βρεθούν χρήματα για τις πρώτες του ταινίες και για το πόσο λίγο βοήθησε το κράτος. Η δική του επιτυχία, όπως και εκείνη άλλων Ελλήνων δημιουργών της γενιάς του, χτίστηκε σε μεγάλο βαθμό με ξένους παραγωγούς —την ιρλανδική Element Pictures του Εντ Γκίνι και του Άντριου Λόου, την Searchlight, τη Focus Features, την CJ ENM. Η Αθήνα είναι το σπίτι του· τα κεφάλαια ήρθαν από αλλού.

Μικρές ταινίες για μεγάλες μάρκες

Ένα λιγότερο γνωστό κομμάτι της δουλειάς του είναι οι διαφημιστικές ταινίες. Το 2020 γύρισε για τη Gucci την καμπάνια «Of Course a Horse», όπου ένα άλογο κάθεται ανέμελα σε ένα σαλόνι, και για την TENA μια ταινία που έσπαγε το ταμπού της σεξουαλικότητας στην τρίτη ηλικία. Το 2025 σκηνοθέτησε για την Prada το «Ritual Identities» με τη Σκάρλετ Γιόχανσον, ενώ τον Φεβρουάριο του 2026 υπέγραψε δύο διαφημίσεις για τον τελικό του Super Bowl: το «Unavailable» με την Έμα Στόουν και το «The Feest» με τον Τζορτζ Κλούνεϊ.

Οι ταινίες αυτές δεν είναι απλώς μεροκάματα. Είναι ένα εργαστήριο όπου ο Λάνθιμος δοκιμάζει ιδέες, χρησιμοποιώντας τα χρήματα των εταιρειών για να κάνει μικρά πειράματα με τη φόρμα. Επιστρέφει ουσιαστικά στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε στη δεκαετία του 1990: τη διαφήμιση ως σχολείο εικόνας.

Τα έργα που περιμένουν

Τι έρχεται μετά την παύση; Τα σχέδια που έχουν ανακοινωθεί κατά καιρούς είναι πολλά. Από το 2019 είχε γίνει γνωστό ότι ο Λάνθιμος θα διασκεύαζε το «Pop. 1280» του Τζιμ Τόμσον. Από το 2020 μιλά για μια σύγχρονη ιστορία εμπνευσμένη από το «Ημερολόγιο της χρονιάς της πανώλης» του Ντάνιελ Ντεφόε, ένα σχέδιο που η πανδημία τον έκανε να ξαναδεί από την αρχή. Ο Τόνι ΜακΝαμάρα έχει παραδώσει σενάριο για το «The Hawkline Monster» του Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Τον Φεβρουάριο του 2025 ανακοινώθηκε ότι θα έγραφε και θα σκηνοθετούσε τη μεταφορά του «Fatale» του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, με παραγωγό τον Τζέιμς Σέιμους. Η μεταφορά του «My Year of Rest and Relaxation» της Οτέσα Μοσφέγκ, που είχε ανακοινωθεί το 2024, φαίνεται πλέον να έχει εγκαταλειφθεί. Ο Ευθύμης Φιλίππου είχε αποκαλύψει το 2023 ότι οι δυο τους δουλεύουν πάνω σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της δεκαετίας του ’60, χωρίς να πει ποιο.

Κανένα από αυτά δεν έχει ημερομηνία. Και ίσως αυτό είναι το πιο ειλικρινές μήνυμα που έχει στείλει ο Λάνθιμος τα τελευταία χρόνια. Σε συνέντευξή του στην «Κ» της Καθημερινής τον Μάρτιο του 2026 μίλησε για το πόσο μεγάλο δώρο είναι να μπορείς να κάνεις σινεμά ελεύθερα. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει, προφανώς, και το δικαίωμα να μην κάνεις.

Τι αφήνει μέχρι τώρα

Ο Γιώργος Λάνθιμος έχει μέχρι σήμερα στο ενεργητικό του έναν Χρυσό Λέοντα, έναν Αργυρό Λέοντα, βραβείο σεναρίου στη Βενετία και στις Κάννες, Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες, ένα BAFTA, Ευρωπαϊκά Βραβεία και έξι προσωπικές υποψηφιότητες για Όσκαρ (Πρωτότυπο Σενάριο για τον «Αστακό», Ταινία και Σκηνοθεσία για την «Ευνοούμενη» και το «Poor Things», Ταινία για τη «Βουγονία»). Οι ηθοποιοί του έχουν κερδίσει δύο Όσκαρ. Είναι, με διαφορά, ο πιο αναγνωρισμένος Έλληνας σκηνοθέτης στον κόσμο από την εποχή του Θόδωρου Αγγελόπουλου και του Κώστα Γαβρά.

Οι αριθμοί όμως λένε λίγα. Αυτό που αφήνει ο Λάνθιμος είναι ένας τρόπος να βλέπουμε. Οι ταινίες του μάς έμαθαν ότι οι κανόνες της κοινωνίας —η οικογένεια, ο γάμος, η αυλή, η εταιρεία— είναι κατασκευές, συχνά παράλογες, και ότι το γέλιο μπροστά σε αυτές δεν είναι απαραίτητα απελευθερωτικό. Είναι ένα άβολο γέλιο, που μας αφήνει να αναρωτιόμαστε αν γελάμε με τους ήρωες ή με τον εαυτό μας.

Ήταν ίσως απόλυτα ταιριαστό το ότι, στη χρονιά της παύσης, ο Λάνθιμος επέλεξε να μιλήσει μέσα από τις ταινίες άλλων. Η λίστα του στις Νύχτες Πρεμιέρας —οι μοναχικές γυναίκες της Λόντεν και της Ράιχαρτ, οι αποτυχημένοι πυροσβέστες του Φόρμαν, οι ερασιτέχνες κινηματογραφιστές του «American Movie»— είναι μια υπενθύμιση ότι πίσω από την ψυχρή επιφάνεια του σινεμά του υπάρχει ένα βαθύ ενδιαφέρον για τους ανθρώπους που δεν χωρούν πουθενά. Όταν και αν επιστρέψει πίσω από την κάμερα, θα είναι πιθανότατα γι’ αυτούς.

0 Comment

Leave a Reply

15 49.0138 8.38624 arrow 1 arrow 1 4000 1 horizontal https://sevenarts.gr 300 0 1