theme-sticky-logo-alt
6 Οκτωβρίου, 2026
22 Views

ΑΡΜΆΝΙ: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΞΕΚΟΥΜΠΩΣΕ ΤΟ ΣΑΚΑΚΙ

Από την Πιατσέντσα του πολέμου στη μεγαλύτερη ανεξάρτητη αυτοκρατορία της μόδας: ένα αφιέρωμα στον Τζόρτζιο Αρμάνι, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, και στο μέλλον του οίκου του.

Τζόρτζιο Αρμάνι: ο άνθρωπος που ξεκούμπωσε το σακάκι του αιώνα

Ένας χρόνος χωρίς τον «Re Giorgio»

Την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026, στην Εβδομάδα Μόδας του Μιλάνου, ο οίκος Giorgio Armani παρουσίασε μια συλλογή με τίτλο «Evolution». Ήταν η δεύτερη επίδειξη μετά τον θάνατο του ιδρυτή του, στις 4 Σεπτεμβρίου 2025, και η πρώτη που έφερε καθαρά την υπογραφή της ανιψιάς του, της Σιλβάνα Αρμάνι, επικεφαλής της γυναικείας γραμμής για χρόνια. Η κομψότητα ήταν εκεί, οι γνωστές αποχρώσεις του greige, του χρώματος ανάμεσα στο γκρι και το μπεζ που έγινε συνώνυμο του οίκου, επίσης. Υπήρχε όμως και μια μικρή επανάσταση: το βαμβάκι. Όπως είπε η ίδια στο Associated Press, ήταν ένα ύφασμα που ο θείος της δεν αγαπούσε, αλλά εκείνη το λατρεύει.

Η λεπτομέρεια μπορεί να μοιάζει ασήμαντη. Δεν είναι. Για πενήντα χρόνια, ο Τζόρτζιο Αρμάνι αποφάσιζε μόνος του για κάθε ύφασμα, κάθε κουμπί, κάθε βιτρίνα. Ήταν ο σχεδιαστής, ο πρόεδρος, ο διευθύνων σύμβουλος και ο μοναδικός μέτοχος μιας επιχείρησης με τζίρο 2,3 δισ. ευρώ, περισσότερους από 10.000 εργαζόμενους και καταστήματα σε εξήντα χώρες. Ήταν, όπως τον αποκαλούσαν οι Ιταλοί, ο «Re Giorgio», ο βασιλιάς Τζόρτζιο. Ένα χρόνο μετά τον θάνατό του, ο οίκος του προσπαθεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που ο ίδιος απέφευγε για δεκαετίες: τι γίνεται με μια αυτοκρατορία της μόδας όταν φεύγει ο αυτοκράτορας;

Ο διευθύνων σύμβουλος Τζουζέπε Μαρσότσι περιέγραψε την πρόκληση στο Reuters με μια φράση που συνοψίζει τα πάντα: η ισορροπία ανάμεσα στην ταυτότητα που τους ορίζει και στην αναπόφευκτη εξέλιξη. Πριν όμως φτάσουμε στο μέλλον, αξίζει να θυμηθούμε πώς χτίστηκε αυτή η ταυτότητα, και γιατί, όπως έγραψε το BBC την ημέρα του θανάτου του, κανένας σχεδιαστής μετά την Κοκό Σανέλ δεν άλλαξε τόσο διαρκώς τον τρόπο που ντυνόμαστε.

Πιατσέντσα, πόλεμος και μια οβίδα

Ο Τζόρτζιο Αρμάνι γεννήθηκε στις 11 Ιουλίου 1934 στην Πιατσέντσα της Εμίλια-Ρομάνια. Ο πατέρας του, ο Ούγκο, ήταν λογιστής σε μεταφορική εταιρεία· η μητέρα του λεγόταν Μαρία Ραϊμόντι. Είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό, τον Σέρτζιο, και μια μικρότερη αδελφή, τη Ροζάνα, που αργότερα έγινε μοντέλο και την οποία ο ίδιος θεωρούσε μούσα του και τον άνθρωπο που τον έφερε στον κόσμο της μόδας.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και η οικογένεια ζούσε σε φτώχεια. Ένα επεισόδιο εκείνης της εποχής τον σημάδεψε, κυριολεκτικά: παίζοντας με φίλους, βρήκαν μια οβίδα που δεν είχε εκραγεί. Η έκρηξη σκότωσε έναν στενό του φίλο και του προκάλεσε σοβαρά εγκαύματα. Ο άνθρωπος που αργότερα θα έντυνε τα πιο λαμπερά σώματα του Χόλιγουντ είχε μάθει πολύ νωρίς πόσο εύθραυστο είναι το σώμα.

Η οικογένεια μετακόμισε στο Μιλάνο, όπου ο νεαρός Τζόρτζιο τελείωσε το επιστημονικό λύκειο «Λεονάρντο ντα Βίντσι». Ονειρευόταν να γίνει γιατρός, εμπνευσμένος, όπως έχει πει, από το μυθιστόρημα «Η Ακρόπολη» του Α. Τζ. Κρόνιν. Γράφτηκε στην Ιατρική του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, αλλά μετά από τρία χρόνια τα παράτησε και το 1953 κατατάχθηκε στον στρατό. Λόγω των σπουδών του τοποθετήθηκε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο της Βερόνας, όπου, στον ελεύθερο χρόνο του, παρακολουθούσε παραστάσεις στην περίφημη Αρένα. Εκεί, λέγεται, άρχισε να καταλαβαίνει ότι η ζωή του δεν θα ήταν στην ιατρική.

Η βιτρίνα της Rinascente

Το 1957, μετά τη θητεία του, ο Αρμάνι πιάνει δουλειά ως διακοσμητής βιτρινών και πωλητής στη La Rinascente, το μεγάλο πολυκατάστημα του Μιλάνου. Η θέση φαίνεται ταπεινή, αλλά η Rinascente ήταν τότε ένα από τα πιο προοδευτικά καταστήματα της Ευρώπης, ένα εργαστήριο του ιταλικού σχεδιασμού. Την ίδια χρονιά, ο Αρμάνι ήταν υπεύθυνος για την παρουσίαση των πρώτων ρούχων της φινλανδικής Marimekko στο κατάστημα. Αργότερα πέρασε στο ανδρικό τμήμα, όπου έμαθε κάτι που καμία σχολή μόδας δεν θα του δίδασκε: πώς αγοράζουν οι άνθρωποι, τι τους κάνει να νιώθουν άνετα μέσα σε ένα ρούχο, τι τους αποθαρρύνει.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 μεταπήδησε στην εταιρεία του Νίνο Τσερούτι, όπου σχεδίαζε ανδρικά ρούχα. Για μια δεκαετία δούλευε για τον Τσερούτι και ταυτόχρονα ως ελεύθερος επαγγελματίας για άλλους κατασκευαστές, συχνά για δέκα εταιρείες ταυτόχρονα. Η εμπειρία αυτή του έδωσε κάτι σπάνιο για έναν σχεδιαστή: γνώση της βιομηχανίας από μέσα, των υφασμάτων, της παραγωγής, του κόστους. Ο Αρμάνι δεν ήταν ποτέ ένας ρομαντικός καλλιτέχνης που αγνοούσε την αγορά. Ήταν, από την αρχή, ένας σχεδιαστής που ήξερε να σκέφτεται σαν επιχειρηματίας.

Σέρτζιο Γκαλεότι: ο άνθρωπος που τον έσπρωξε

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Αρμάνι γνώρισε τον Σέρτζιο Γκαλεότι, έναν νεαρό αρχιτεκτονικό σχεδιαστή από την Τοσκάνη. Η σχέση τους ήταν ταυτόχρονα προσωπική και επαγγελματική, και έμελλε να αλλάξει την ιστορία της μόδας. Το 1973 ο Γκαλεότι τον έπεισε να ανοίξει γραφείο σχεδιασμού στο Μιλάνο, στον αριθμό 37 της Corso Venezia. Ο Αρμάνι εξακολουθούσε να δουλεύει για άλλους, αλλά οι επιδείξεις του στη Sala Bianca του Παλάτσο Πίτι στη Φλωρεντία είχαν ήδη τραβήξει την προσοχή του διεθνούς Τύπου.

Στις 24 Ιουλίου 1975, οι δυο τους ίδρυσαν τη Giorgio Armani S.p.A. στο Μιλάνο. Λέγεται ότι, για να μαζέψουν το αρχικό κεφάλαιο, πούλησαν το αυτοκίνητο του Αρμάνι, ένα Volkswagen. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου παρουσίασε την πρώτη του συλλογή ανδρικού έτοιμου ενδύματος, για την Άνοιξη-Καλοκαίρι 1976, και για την ίδια σεζόν μια γυναικεία σειρά. Ο Αρμάνι ήταν ήδη 41 ετών. Σε μια βιομηχανία που λατρεύει τα νεαρά «παιδιά-θαύματα», ήταν ένας όψιμος δημιουργός.

Ο Γκαλεότι ήταν ο επιχειρηματικός εγκέφαλος της εταιρείας, ο άνθρωπος των συμφωνιών και της επέκτασης. Ο Αρμάνι, εσωστρεφής και τελειομανής, ήταν ο σχεδιαστής. Η συνεργασία κράτησε δέκα χρόνια. Το 1985 ο Γκαλεότι πέθανε από επιπλοκές του AIDS, σε ηλικία μόλις 40 ετών. Ο Αρμάνι έχει πει ότι το να μην μπορέσει να τον σώσει ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία της ζωής του. Το 2015, τριάντα χρόνια μετά, μίλησε στο περιοδικό GQ για τη φωτογραφία του Γκαλεότι που κουβαλούσε σε κάθε ταξίδι και για την αίσθηση ότι ο σύντροφός του ήξερε τι είχε καταφέρει. Πολλοί πίστευαν τότε ότι η εταιρεία δεν θα επιβίωνε χωρίς τον Γκαλεότι. Ο Αρμάνι ανέλαβε μόνος του και την επιχειρηματική πλευρά, και την κράτησε στα χέρια του για τα επόμενα σαράντα χρόνια.

Η επανάσταση του αδόμητου σακακιού

Τι ακριβώς έκανε ο Αρμάνι που ήταν τόσο καινούργιο; Η απάντηση βρίσκεται σε ένα ρούχο: το σακάκι.

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΡΟΥΧΟ — Το «αδόμητο» σακάκι

Ως τα μέσα της δεκαετίας του ’70, το ανδρικό σακάκι ήταν μια πανοπλία: φόδρες, βάτες, σκληρές επενδύσεις που έδιναν στο σώμα ένα αυστηρό, ορθογώνιο σχήμα. Ο Αρμάνι αφαίρεσε σχεδόν όλα αυτά. Μαλάκωσε τους ώμους, έβγαλε τις επενδύσεις, χαμήλωσε τα πέτα, χρησιμοποίησε ελαφριά, ρευστά υφάσματα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σακάκι που ακολουθούσε το σώμα αντί να το καλουπώνει, που έκανε τον άντρα να μοιάζει χαλαρός χωρίς να χάνει την κομψότητά του. Το ίδιο έκανε, αντίστροφα, στη γυναικεία ένδυση: πήρε το ανδρικό κοστούμι και το προσάρμοσε στη γυναίκα που έμπαινε μαζικά στον επαγγελματικό χώρο, δίνοντάς της κάτι που οι New York Times ονόμασαν αργότερα «power suit». Αυτές οι δύο κινήσεις, που φαίνονται αντίθετες, ήταν στην ουσία η ίδια: η κατάργηση της ακαμψίας.

Η επιρροή αυτής της ιδέας ξεπέρασε κατά πολύ τη μόδα. Ο Αρμάνι πρότεινε έναν νέο τρόπο να είσαι άντρας —λιγότερο στρατιωτικό, πιο αισθησιακό, πιο ευάλωτο— και έναν νέο τρόπο να είσαι γυναίκα σε μια ανδροκρατούμενη αίθουσα συσκέψεων: με αυτοπεποίθηση, χωρίς να μιμείσαι τον άντρα και χωρίς να θυσιάζεις τη θηλυκότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Vogue τον ονόμασε το 2001 τον πιο επιτυχημένο σχεδιαστή ιταλικής καταγωγής, ούτε ότι το περιοδικό Time έγραψε την ίδια χρονιά ότι άλλαξε για πάντα τον τρόπο που σκεφτόμαστε τα ρούχα.

Χόλιγουντ: η ντουλάπα του Ρίτσαρντ Γκιρ

Ο Αρμάνι κατάλαβε νωρίτερα από κάθε άλλον σχεδιαστή ότι ο κινηματογράφος ήταν η μεγαλύτερη βιτρίνα του κόσμου. Το 1980 ανέλαβε τα κοστούμια του Ρίτσαρντ Γκιρ για την ταινία «Αμερικάνος ζιγκολό» του Πολ Σρέιντερ.

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΣΚΗΝΗ — «Αμερικάνος ζιγκολό» (1980)

Υπάρχει μια σκηνή που έχει μείνει στην ιστορία της μόδας. Ο Τζούλιαν Κέι, ο ήρωας του Γκιρ, ανοίγει ένα συρτάρι γεμάτο τέλεια διπλωμένα πουκάμισα και αρχίζει να συνδυάζει ρούχα πάνω στο κρεβάτι: σακάκια, γραβάτες, πουκάμισα σε απαλές, γήινες αποχρώσεις. Η κάμερα στέκεται στα ρούχα σαν να ήταν αντικείμενα επιθυμίας, και οι ετικέτες είναι ορατές. Ο ήρωας δημιουργεί τέσσερα ολόκληρα σύνολα Αρμάνι μέσα σε λίγα λεπτά. Η ταινία δεν ήταν απλώς διαφήμιση· ήταν η στιγμή που η Αμερική ανακάλυψε το ιταλικό στυλ και ο ανδρικός ναρκισσισμός νομιμοποιήθηκε στη μεγάλη οθόνη.

Από εκεί και πέρα, η σχέση του Αρμάνι με τον κινηματογράφο έγινε σχεδόν οργανική. Σχεδίασε κοστούμια για περισσότερες από εκατό ταινίες, ανάμεσά τους τους «Αδιάφθορους» του Μπράιαν Ντε Πάλμα (1987), όπου έντυσε τους πράκτορες του Έλιοτ Νες στο Σικάγο της ποτοαπαγόρευσης. Το 1990 στήριξε την έκθεση του MoMA για τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, δωρίζοντας στο μουσείο αντίγραφο του «Ακατόνε». Πάνω απ’ όλα όμως, άλλαξε το κόκκινο χαλί. Πριν από αυτόν, οι σταρ του Χόλιγουντ ντύνονταν κυρίως από τους ενδυματολόγους των στούντιο ή από αμερικανούς σχεδιαστές. Μετά από αυτόν, το να φορέσεις Αρμάνι στα Όσκαρ έγινε δήλωση: διακριτική, λιτή, «σωστή». Η εφημερίδα The New York Times τον θεώρησε έναν από τους πατέρες του σύγχρονου «red carpet dressing».

Το 1982 ο Αρμάνι έγινε ο δεύτερος σχεδιαστής μόδας μετά τον Κριστιάν Ντιόρ που εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Time. Ήταν η επίσημη επιβεβαίωση ότι ο σιωπηλός άντρας από την Πιατσέντσα είχε γίνει παγκόσμια δύναμη.

Ένα μοντέλο επιχείρησης: από τη GFT στο Emporio

Η επιτυχία του Αρμάνι δεν οφειλόταν μόνο στο ταλέντο του. Οφειλόταν και σε μια σειρά επιχειρηματικών αποφάσεων που άλλαξαν τη βιομηχανία. Το 1978 υπέγραψε συμφωνία με τον όμιλο Gruppo Finanziario Tessile (GFT), που επέτρεπε την παραγωγή πολυτελούς έτοιμου ενδύματος σε βιομηχανική κλίμακα, υπό τη στενή εποπτεία του σχεδιαστή. Ήταν ένα μοντέλο που αντέγραψαν στη συνέχεια πολλοί. Το 1979 ίδρυσε την Giorgio Armani Corporation για την αμερικανική αγορά.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήρθε η συμφωνία με τη L’Oréal για τα αρώματα και τα καλλυντικά, και η δημιουργία των σειρών Armani Junior, Armani Jeans και, κυρίως, Emporio Armani. Το Emporio ήταν μια επαναστατική ιδέα: μια δεύτερη γραμμή, πιο νεανική και πιο προσιτή, με την ίδια αισθητική αλλά σε χαμηλότερες τιμές. Ο Αρμάνι ήθελε, όπως έλεγε, να μιλήσει και σε όσους δεν μπορούσαν να αγοράσουν τη βασική του σειρά, και χρησιμοποίησε για την προώθησή της ασυνήθιστα για την εποχή διαφημιστικά μέσα, όπως τις γιγαντιαίες τοιχογραφίες στο κέντρο του Μιλάνου. Το 1991 ακολούθησε η A|X Armani Exchange, απευθυνόμενη στη μαζική αμερικανική αγορά, με t-shirts και καθημερινά ρούχα.

Με τα χρόνια, το όνομα Αρμάνι απλώθηκε σε σχεδόν κάθε πεδίο: γυαλιά, ρολόγια, κοσμήματα, έπιπλα (Armani/Casa), λουλούδια, γλυκά, εστιατόρια, ακόμα και μουσικές συλλογές για τα καφέ Emporio. Το 2005 ίδρυσε την Armani Privé, τη γραμμή υψηλής ραπτικής που παρουσιαζόταν στο Παρίσι, και την ίδια χρονιά υπέγραψε συμφωνία με την Emaar Properties του Ντουμπάι για ξενοδοχεία και κατοικίες. Το πρώτο Armani Hotel άνοιξε τον Απρίλιο του 2010 στα κατώτερα τριάντα εννέα πατώματα του Burj Khalifa, του ψηλότερου κτιρίου του κόσμου. Το 2019 παρουσίασε την πρώτη του συλλογή υψηλής κοσμηματοποιίας.

Μια αυτοκρατορία χωρίς αφεντικό εκτός από έναν

Αυτό που κάνει την περίπτωση του Αρμάνι μοναδική είναι ότι όλα αυτά χτίστηκαν χωρίς ποτέ να πουλήσει τον έλεγχο της εταιρείας. Τις δεκαετίες του ’90 και του 2000, όταν ο ένας μετά τον άλλον οι μεγάλοι οίκοι της μόδας —Gucci, Fendi, Bottega Veneta, Valentino— περνούσαν σε μεγάλους ομίλους, ο Αρμάνι αρνιόταν σταθερά κάθε πρόταση. Ήταν ο μοναδικός σημαντικός μέτοχος της εταιρείας του, ελέγχοντας προσωπικά και τη δημιουργική και τη διοικητική πλευρά. Το 2017 η ετήσια κίνηση ήταν 1,6 δισ. δολάρια και η προσωπική του περιουσία υπολογιζόταν σε 8,1 δισ. Τη στιγμή του θανάτου του, το Forbes την υπολόγιζε σε 12,1 δισ. δολάρια.

Η ανεξαρτησία αυτή είχε κόστος. Σε περιόδους όπου οι ανταγωνιστές του επένδυαν τεράστια ποσά σε νέους δημιουργικούς διευθυντές και σε επιθετική επέκταση, ο Αρμάνι έμοιαζε κάποιες φορές συντηρητικός, ακόμα και παλιομοδίτικος. Οι κριτικοί της μόδας τον κατηγορούσαν συχνά ότι επαναλάμβανε τον εαυτό του. Ο ίδιος απαντούσε ότι η συνέπεια είναι αρετή, όχι αδυναμία, και ότι το στυλ δεν είναι το ίδιο με τη μόδα. Το γεγονός ότι η εταιρεία του παρέμεινε κερδοφόρα και ανεξάρτητη επί πενήντα χρόνια είναι μάλλον η καλύτερη απάντηση.

Ο αθλητισμός ως πάθος

Λίγοι σχεδιαστές μόδας είχαν τόσο στενή σχέση με τον αθλητισμό. Ο Αρμάνι ήταν ιδιοκτήτης και πρόεδρος της ομάδας μπάσκετ Olimpia Milano, που υπό την ιδιοκτησία του κατέκτησε έξι πρωταθλήματα Ιταλίας, τέσσερα κύπελλα και τέσσερα σούπερ κύπελλα, ενώ το 2021 έφτασε στο Final Four της Ευρωλίγκας. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις, στη Gazzetta dello Sport, περιέγραψε το μπάσκετ ως γρήγορο, οργανωμένο και διασκεδαστικό, όπως η δουλειά του. Έλεγε ότι η Olimpia ήταν η αγαπημένη του ομάδα γιατί ενώνει όλο το Μιλάνο, σε αντίθεση με το ποδόσφαιρο που το χωρίζει σε Ίντερ και Μίλαν.

Σχεδίασε κοστούμια για την εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της Αγγλίας και για την Τσέλσι, τις στολές των Ιταλών σημαιοφόρων στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς του Τορίνο το 2006 και την ολυμπιακή ενδυμασία της Ιταλίας για το Λονδίνο το 2012. Η σειρά EA7 γεννήθηκε από τη συνεργασία του με τον Ουκρανό ποδοσφαιριστή Αντρίι Σεφτσένκο, που φορούσε τότε τη φανέλα με το νούμερο 7 της Μίλαν. Από το 2021 ήταν επίσημος προμηθευτής της Scuderia Ferrari, και η τελευταία αθλητική του συνεργασία ήταν με τη Γιουβέντους.

Ηθική και μόδα

Ο Αρμάνι πήρε επίσης θέσεις σε ζητήματα που η βιομηχανία της μόδας συχνά απέφευγε. Το 2007, μετά τον θάνατο από ανορεξία της Βραζιλιάνας μοντέλου Άνα Καρολίνα Ρέστον, που είχε δουλέψει και για την εταιρεία του, έγινε ο πρώτος σχεδιαστής που απαγόρευσε στις επιδείξεις του τα μοντέλα με δείκτη μάζας σώματος κάτω από 18. Την ίδια χρονιά μετέδωσε πρώτος ζωντανά στο διαδίκτυο μια επίδειξη υψηλής ραπτικής. Το 2011 ήταν ο πρώτος μεγάλος οίκος που ανταποκρίθηκε στο Green Carpet Challenge της Λίβια Τζιουτζόλι Φερθ, σχεδιάζοντας για εκείνη και τον Κόλιν Φερθ ρούχα από ανακυκλωμένα υλικά.

Την περίοδο της πανδημίας του 2020, όταν η Λομβαρδία ήταν το πρώτο ευρωπαϊκό επίκεντρο, ήταν από τους πρώτους που αποφάσισαν να κάνουν επίδειξη χωρίς κοινό και μετέτρεψαν τα εργοστάσιά τους σε μονάδες παραγωγής ιατρικών ενδυμάτων. Σε ανοιχτή επιστολή του στο περιοδικό WWD τον ίδιο χρόνο, επέκρινε τον ξέφρενο ρυθμό της βιομηχανίας, με τις αμέτρητες συλλογές και τις επιδείξεις, και κάλεσε σε επιβράδυνση. Ο ίδιος, βέβαια, συνέχισε να παρουσιάζει συλλογές ως το τέλος.

Ο ιδιωτικός άνθρωπος

Για έναν άνθρωπο τόσο διάσημο, ο Αρμάνι ήταν εξαιρετικά ιδιωτικός. Δεν είχε παιδιά. Σε συνέντευξή του στο Vanity Fair το 2000 είπε ότι είχε σχέσεις και με άντρες και με γυναίκες, χωρίς να επεκταθεί. Η σχέση του με τον Γκαλεότι ήταν γνωστή, αλλά ο ίδιος σπάνια μιλούσε δημόσια για την προσωπική του ζωή. Οι απόψεις του για τη δημόσια έκφραση της ομοφυλοφιλίας προκάλεσαν κατά καιρούς αντιδράσεις, όπως το 2015, όταν σε συνέντευξή του στους Sunday Times υποστήριξε ότι ένας ομοφυλόφιλος άντρας δεν χρειάζεται να ντύνεται με τρόπο που να το δηλώνει. Οι δηλώσεις του επικρίθηκαν από ακτιβιστές ως αναχρονιστικές.

Στον στενό του κύκλο ανήκαν η αδελφή του Ροζάνα, οι ανιψιές του Σιλβάνα και Ρομπέρτα Αρμάνι και ο ανιψιός του Αντρέα Καμεράνα, όλοι ενεργοί στην εταιρεία. Πιο κοντά του από όλους ήταν ο Λέο (Πανταλέο) Ντελ’Όρκο, ο επί δεκαετίες επικεφαλής της ανδρικής γραμμής και ένας από τους ανθρώπους που τον γνώριζαν καλύτερα. Αγαπούσε τη θάλασσα και περνούσε πολύ χρόνο στο σκάφος του. Δούλευε, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ασταμάτητα, ως τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του.

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ — Armani/Silos (2015)

Για τα σαράντα χρόνια της εταιρείας, το 2015, ο Αρμάνι μετέτρεψε μια παλιά αποθήκη σιτηρών του Μιλάνου στο Armani/Silos, έναν εκθεσιακό χώρο που παρουσιάζει την ιστορία του οίκου μέσα από εκατοντάδες ρούχα και αξεσουάρ, καθώς και εκθέσεις φωτογραφίας. Ήταν η δική του απάντηση στο ερώτημα αν η μόδα είναι τέχνη. Το Μουσείο Γκουγκενχάιμ της Νέας Υόρκης είχε απαντήσει ήδη θετικά το 2000, όταν διοργάνωσε την πρώτη μεγάλη έκθεση για εν ζωή σχεδιαστή, με μέση επισκεψιμότητα 29.000 ανθρώπους την εβδομάδα. Το Silos είναι ταυτόχρονα μουσείο, αρχείο και, όπως αποδείχθηκε, κληροδότημα.

Οι τελευταίοι μήνες

Τον Ιούνιο του 2025, για πρώτη φορά στην πενηντάχρονη ιστορία του οίκου, ο Τζόρτζιο Αρμάνι απουσίασε από τις επιδείξεις του στην Εβδομάδα Μόδας του Μιλάνου. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι ανάρρωνε, και τη θέση του στο τέλος της πασαρέλας πήρε ο Λέο Ντελ’Όρκο. Η υγεία του είχε επιβαρυνθεί τους προηγούμενους μήνες.

Ο Τζόρτζιο Αρμάνι πέθανε στις 4 Σεπτεμβρίου 2025, στο σπίτι του στο Μιλάνο, σε ηλικία 91 ετών. Η είδηση προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι τον χαρακτήρισε σύμβολο του καλύτερου της Ιταλίας. Ο Μπερνάρ Αρνό, πρόεδρος της LVMH, τού απέδωσε τη δημιουργία ενός μοναδικού στυλ που ανέβασε την ιταλική κομψότητα σε παγκόσμια κλίμακα. Η Le Monde τον αποκάλεσε έναν από τους τελευταίους μεγάλους δημιουργούς της σύγχρονης μόδας.

Το ανοιχτό λαϊκό προσκύνημα έγινε στο Armani/Teatro, τον χώρο των επιδείξεών του στο Μιλάνο, όπου πέρασαν περίπου 15.000 άνθρωποι. Στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της κηδείας, όλα τα καταστήματα Armani στον κόσμο έκλεισαν για ένα απόγευμα πένθους. Ενταφιάστηκε σε ιδιωτική τελετή στο οικογενειακό παρεκκλήσι στη Ριβάλτα ντι Γκατσόλα, στην επαρχία της Πιατσέντσα. Ο άνθρωπος που είχε χτίσει τη ζωή του στο Μιλάνο επέστρεψε στη γη απ’ όπου ξεκίνησε.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στην Εβδομάδα Μόδας του Σεπτεμβρίου 2025, παρουσιάστηκε η συλλογή Άνοιξη-Καλοκαίρι 2026, η τελευταία που είχε σχεδιάσει ο ίδιος, στο πλαίσιο του εορτασμού των πενήντα χρόνων του οίκου. Ήταν μια συγκινητική επίδειξη, με τον Ντελ’Όρκο και τη Σιλβάνα Αρμάνι να υποκλίνονται στο τέλος στη θέση του.

Η διαθήκη: ένα σχέδιο για την επόμενη μέρα

Στις 12 Σεπτεμβρίου 2025 δημοσιοποιήθηκαν οι δύο τελευταίες διαθήκες του. Ο άνθρωπος που για δεκαετίες είχε αρνηθεί κάθε πρόταση εξαγοράς είχε αφήσει, προς έκπληξη πολλών, σαφείς οδηγίες για την πώληση της εταιρείας του. Σύμφωνα με τη διαθήκη, οι κληρονόμοι του πρέπει να πουλήσουν ένα αρχικό ποσοστό 15% μέσα σε 18 μήνες από τον θάνατό του, όχι όμως πριν συμπληρωθεί ένας χρόνος. Προτεραιότητα δίνεται σε τρεις υποψήφιους αγοραστές: τη γαλλική LVMH, τον ιταλογαλλικό όμιλο οπτικών EssilorLuxottica και τη L’Oréal, με τις δύο τελευταίες να είναι ήδη μακροχρόνιοι συνεργάτες του οίκου μέσω αδειών, ή σε άλλον όμιλο πολυτελείας ανάλογου κύρους. Σε δεύτερη φάση, μεταξύ τριών και πέντε ετών από τον θάνατό του, ένα επιπλέον ποσοστό από 30% έως 54,9% θα πρέπει να περάσει στον ίδιο αγοραστή· αν αυτό δεν γίνει, η εταιρεία θα πρέπει να εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Σε κάθε περίπτωση, το Ίδρυμα Giorgio Armani διατηρεί ποσοστό 30,1%.

Η διαθήκη αποκάλυψε έναν Αρμάνι πιο ρεαλιστή από όσο τον φανταζόταν ο κόσμος. Ήξερε ότι η εταιρεία, όπως την είχε χτίσει, εξαρτιόταν από ένα πρόσωπο, και ότι χωρίς αυτό χρειαζόταν έναν ισχυρό εταίρο. Ταυτόχρονα, με τη διατήρηση του ποσοστού του Ιδρύματος, εξασφάλισε ότι το όνομά του δεν θα απορροφηθεί πλήρως από κανέναν όμιλο. Οι αναλυτές εκτιμούν την αξία της εταιρείας σε 5 έως 12 δισ. ευρώ.

Η μετάβαση

Τον Οκτώβριο του 2025 ο οίκος διόρισε νέο διευθύνοντα σύμβουλο τον Τζουζέπε Μαρσότσι, στέλεχος με 23 χρόνια στην εταιρεία, μετά από ομόφωνη πρόταση του Ιδρύματος. Τον Νοέμβριο συγκροτήθηκε νέο οκταμελές διοικητικό συμβούλιο, με μέλη επιλεγμένα από το Ίδρυμα και τους κληρονόμους, ανάμεσά τους ο πρώην ανώτατος διευθυντής της Armani Τζον Χουκς και ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Gucci Μάρκο Μπιτσάρι. Ο Λέο Ντελ’Όρκο είναι πρόεδρος του ομίλου. Ο πρώτος χρόνος, όπως περιέγραψε το Reuters, αφιερώθηκε κυρίως στη διακυβέρνηση. Η εταιρεία έκλεισε το 2025 με καθαρά διαθέσιμα 500 εκατ. ευρώ.

Τον Σεπτέμβριο του 2026, με τη συμπλήρωση ενός χρόνου από τον θάνατο του ιδρυτή, άνοιξε επίσημα το παράθυρο για τη συζήτηση της πώλησης. Σύμφωνα με πηγές του Reuters, ο οίκος συνεργάζεται με τη Rothschild ως χρηματοοικονομικό σύμβουλο. Ο Μαρσότσι δήλωσε ότι δεν υπάρχει φαβορί και ότι το 15% θα μπορούσε ακόμα και να μοιραστεί ανάμεσα και στους τρεις υποψήφιους. Αρνήθηκε να επιβεβαιώσει αν οι συζητήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει, σχολιάζοντας ότι η υπόθεση πως ξεκίνησαν ίσως έχει κάποια λογική. Πρόσωπα που γνωρίζουν την υπόθεση επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει πίεση για άμεση συμφωνία και ότι οι προθεσμίες της διαθήκης δεν είναι αυστηρά δεσμευτικές. Η L’Oréal δήλωσε ότι θα εξετάσει την ευκαιρία, τιμώντας τη μακρά κοινή της ιστορία με τον οίκο.

Στο δημιουργικό επίπεδο, η μεγαλύτερη είδηση των τελευταίων μηνών ήταν ο διορισμός του Ντάριο Βιτάλε ως επικεφαλής αξεσουάρ της Giorgio Armani και δημιουργικού διευθυντή της Emporio Armani. Ο Βιτάλε, γνωστός από τη θητεία του στη Miu Miu και τη σύντομη παρουσία του στη Versace, είναι το πρώτο «εξωτερικό» όνομα που αναλαμβάνει τόσο κεντρικό ρόλο στον οίκο. Δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη ημερομηνία για το ντεμπούτο του στην πασαρέλα. Ερωτηθείς αν ο ρόλος του θα μπορούσε να διευρυνθεί, ο Μαρσότσι απάντησε ότι όλα εξελίσσονται και ότι στο μέλλον ποτέ δεν ξέρεις.

Τι αφήνει ο Αρμάνι

Ο Αρμάνι τιμήθηκε με σχεδόν κάθε διάκριση που μπορεί να πάρει ένας σχεδιαστής: το βραβείο Neiman Marcus το 1979, το βραβείο του Συμβουλίου Σχεδιαστών Μόδας της Αμερικής (CFDA) ως καλύτερος διεθνής σχεδιαστής το 1983 και για το σύνολο του έργου του στην ανδρική ένδυση το 1987, το Compasso d’Oro για την καριέρα του το 2014, το βραβείο εξαιρετικής προσφοράς στα Fashion Awards του Λονδίνου το 2019. Η Γαλλία τον έκανε Αξιωματικό της Λεγεώνας της Τιμής το 2008, και η Ιταλία τού απένειμε το 2021 τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος Αξίας της Ιταλικής Δημοκρατίας, την ανώτατη πολιτική της τιμή.

Οι τιμές όμως λένε λίγα σε σύγκριση με όσα βλέπουμε κάθε μέρα στον δρόμο. Κάθε φορά που ένας άντρας φορά ένα μαλακό σακάκι χωρίς γραβάτα, κάθε φορά που μια γυναίκα μπαίνει σε μια συνεδρίαση με ένα κοστούμι που δεν μιμείται το ανδρικό αλλά της ανήκει, κάθε φορά που ένας ηθοποιός περπατά στο κόκκινο χαλί με μια λιτή, μονόχρωμη τουαλέτα, βλέπουμε κάτι από τον Αρμάνι. Η επιρροή του έχει γίνει τόσο φυσική που δεν τη διακρίνουμε πια.

Η μεγαλύτερη ίσως κληρονομιά του είναι μια ιδέα που φαίνεται απλή αλλά δεν είναι: ότι η κομψότητα δεν χρειάζεται να είναι θορυβώδης. Σε μια βιομηχανία που ζει από το σοκ, το λογότυπο και την αλλαγή κάθε έξι μήνες, ο Αρμάνι επέμεινε για πενήντα χρόνια στη σιωπή, στις ουδέτερες αποχρώσεις, στη συνέπεια. Αυτό τον έκανε κάποτε να φαίνεται βαρετός στους κριτικούς. Τον έκανε όμως και διαχρονικό.

Ο οίκος του μπαίνει τώρα σε μια νέα εποχή. Θα αποκτήσει ίσως έναν μεγάλο εταίρο, νέους σχεδιαστές, ένα βαμβακερό φόρεμα που ο ιδρυτής του δεν θα ενέκρινε ποτέ. Η πρόκληση, όπως είπε ο Μαρσότσι, είναι να εξελιχθεί χωρίς να χάσει την ταυτότητά του. Ο ίδιος ο Αρμάνι, που δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, φρόντισε να γράψει τους όρους αυτής της εξέλιξης στη διαθήκη του. Ακόμα και μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί, με τον δικό του σιωπηλό τρόπο, να αποφασίζει.

0 Comment

Leave a Reply

15 49.0138 8.38624 arrow 1 arrow 1 4000 1 horizontal https://sevenarts.gr 300 0 1