Οι πυρκαγιές στην Αλγερία και το παγκόσμιο τοπίο της φωτιάς: Το δομημένο περιβάλλον σε δοκιμασία
Οι καταστροφικές πυρκαγιές που έπληξαν στα τέλη Αυγούστου τη βόρεια Αλγερία — στις περιοχές Τζιτζέλ, Μπεζαΐα και Τίζι Ουζού — στοίχισαν τη ζωή σε τουλάχιστον 12 ανθρώπους και οδήγησαν στο κλείσιμο βασικών εθνικών οδών. Μόνο τον Ιούλιο, η χώρα κατέγραψε σχεδόν 2.000 εστίες, ενώ στην Ανάμπα περισσότεροι από 100 κάτοικοι εκτοπίστηκαν και περίπου 150 κτίσματα υπέστησαν ζημιές.
Τα νούμερα αποκτούν άλλη διάσταση στο παγκόσμιο πλαίσιο. Η Αφρική συγκεντρώνει πάνω από τη μισή καμένη έκταση παγκοσμίως, με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό να ηγείται με 13,6 εκατομμύρια εκτάρια. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε καταγράψει 634.473 εκτάρια έως τις 27 Αυγούστου — πάνω από το διπλάσιο του μέσου όρου της περιόδου 2006–2025. Στην Ισπανία κάηκαν 226.391 εκτάρια έως την 1η Αυγούστου, στον Καναδά περίπου 2 εκατομμύρια, στις ΗΠΑ περίπου 2,4 εκατομμύρια και στην Αυστραλία 11,8 εκατομμύρια.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Οι πυρκαγιές καταστρέφουν κατοικίες, φθείρουν οδικά δίκτυα και μετατρέπουν συνηθισμένους δρόμους σε οδούς διαφυγής, αναδεικνύοντας πόσο ευάλωτος είναι ο αρχιτεκτονικός και πολεοδομικός σχεδιασμός απέναντι σε περιβαλλοντικούς κινδύνους. Το κλείσιμο μιας εθνικής οδού δεν αφορά μόνο τους οδηγούς: αποκόπτει ολόκληρες κοινότητες από υπηρεσίες υγείας, εφοδιασμό και εργασία.
Η συζήτηση για την ανθεκτικότητα (resilience) του δομημένου περιβάλλοντος έχει μετατοπιστεί τα τελευταία χρόνια από την προστασία του μεμονωμένου κτιρίου στη λογική του συστήματος: πυράντοχα υλικά και ζώνες προστασίας γύρω από οικισμούς, αλλά και επανασχεδιασμός δικτύων μεταφοράς, χωροθέτηση νέων επεκτάσεων και διαχείριση της διεπαφής πόλης-δάσους.
Για την Ελλάδα, που έχει τα δικά της βαριά ονόματα-ορόσημα στον χάρτη των πυρκαγιών, η αλγερινή εμπειρία λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι το ζήτημα είναι μεσογειακό και δομικό — και ότι αφορά όχι μόνο την πυροσβεστική απόκριση αλλά και τον τρόπο με τον οποίο χτίζουμε.








