Νέο πενταετές πρόγραμμα ανασκαφικής έρευνας για την Αρχαία Μεσσήνη, με ορίζοντα την περίοδο 2026–2030, ενέκρινε το Υπουργείο Πολιτισμού. Το πρόγραμμα δίνει έμφαση όχι μόνο στην αποκάλυψη νέων στοιχείων, αλλά και στην τεκμηρίωση, τη δημοσίευση και τη συντήρηση των ήδη ανεσκαμμένων αρχαιοτήτων ενός από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Πελοποννήσου.
Την έρευνα θα διευθύνουν ο δρ Νικόλαος Καλτσάς, η αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού Ευγενία Λαμπροπούλου και ο δρ Νικόλαος Τσιβίκης.
Οι εργασίες θα επικεντρωθούν σε πέντε επιμέρους τομείς του χώρου: στο συγκρότημα των Ρωμαϊκών Λουτρών και του Ισείου νότια του θεάτρου· στον χριστιανικό Ευκτήριο Οίκο και στις Οικίες του Θεάτρου· στο οικιστικό και εκκλησιαστικό συγκρότημα ανατολικά του Ασκληπιείου· στο ιερό του Ποσειδώνα βορειοανατολικά του Ασκληπιείου· και στο ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος στη νότια πλαγιά της Ιθώμης.
Για το τρέχον έτος, ο σχεδιασμός προβλέπει ανασκαφική και αρχιτεκτονική μελέτη στα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο Ισείο, γεωφυσικές διασκοπήσεις και μελέτη υλικού στον Ευκτήριο Οίκο, καθώς και γεωφυσική έρευνα σε συνδυασμό με ανασκαφή ανατολικά του Ασκληπιείου. Προτεραιότητα δίνεται σε επείγουσες εργασίες στερέωσης σε κατασκευές που παρουσιάζουν τρωτότητα.
Το πλαίσιο λειτουργίας του προγράμματος θέτει σαφή όρια: η διάρκεια των εργασιών δεν μπορεί να υπερβαίνει τις οκτώ εβδομάδες ανά ερευνητική περίοδο, ενώ το σύνολο των δράσεων τελεί υπό την εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας. Μετά την ολοκλήρωση κάθε φάσης, οι υπεύθυνοι οφείλουν να υποβάλλουν στο Υπουργείο αναλυτικές εκθέσεις, τεκμηρίωση και καταλόγους ευρημάτων.
Η Αρχαία Μεσσήνη, που ιδρύθηκε το 369 π.Χ. μετά τη μάχη των Λεύκτρων, αποτελεί ένα από τα πληρέστερα σωζόμενα παραδείγματα αρχαίας ελληνικής πόλης, με τείχη, αγορά, στάδιο, θέατρο και Ασκληπιείο. Το νέο πρόγραμμα δείχνει τη στροφή της αρχαιολογικής πολιτικής προς τη συστηματική δημοσίευση και τη συντήρηση, σε συνδυασμό με την ανάδειξη του χώρου για το κοινό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιλογή να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα και μνημεία της ύστερης αρχαιότητας και των πρωτοβυζαντινών χρόνων, όπως ο Ευκτήριος Οίκος και το εκκλησιαστικό συγκρότημα ανατολικά του Ασκληπιείου. Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει τον χώρο ως συνεχές παλίμψηστο και όχι ως αποκλειστικά κλασικό μνημείο, φωτίζοντας τη μακρά διάρκεια της κατοίκησης από την κλασική εποχή έως και τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Η αξιοποίηση γεωφυσικών διασκοπήσεων πριν από την ανασκαφική επέμβαση αποτελεί επίσης ένδειξη μεθοδολογικής στροφής: η μη καταστρεπτική έρευνα επιτρέπει τη χαρτογράφηση υπεδάφιων κατασκευών και τη στόχευση των τομών, περιορίζοντας το αποτύπωμα των εργασιών στο μνημείο.








